ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ,

ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΟΣ ΕΡΓΑΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΙΔΕΑΣ

ΚΑΙ ΑΣΥΓΚΡΙΤΟΣ ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ

ΥΠΟ

ΧΡΗΣΤΟΥ Α. ΣΑΡΤΖΕΤΑΚΗ

 Ὁ μ ι λ ί α

εἰς ἐκδήλωσιν τιμῆς καὶ μνήμης διὰ τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον

τῆς Νομαρχίας Θεσσαλονίκης

Θεσσαλονίκη, 27η Ἰουνίου 2004

 ^*^*^*^

Ἡ Νομαρχία Θεσσαλονίκης εἰς τὰ πλαίσια ὀργανουμένων ὑπ' αὐτῆς κατ'ἔτος «ἐκδηλώσεων τιμῆς καὶ μνήμης» διὰ τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον παρεκάλεσε, μὲ τὸ ὑπ' ἀριθ. Πρωτ.Γ.Ν. 2337 ἀπὸ 8.6.2004 ἔγγραφόν της, τὸν τέως Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας Κύριον Χρῆστον Α. Σαρτζετάκην, νὰ εὶναι ἐφέτος ὁ «κεντρικὸς ὁμιλητὴς στὴν τελικὴ ἐκδήλωση», εἰς τὸν χῶρον ἔμπροσθεν τοῦ ἀγάλματος τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου εἰς περιοχὴν Λευκοῦ Πύργου Θεσσαλονίκης τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς 27ης Ἰουνίου 2004.

Ὁ Πρόεδρος ἀπεδέχθη τὴν τιμητικὴν πρότασιν καὶ ἐνώπιον τῶν ἐπισήμων καὶ τοῦ συγκεντρωθέντος πλήθους ἐξεφώνησε τὴν κατωτέρω καταχωριζομένην ὁμιλίαν.

Σημειωτέον, ὅτι, κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκδήλωσιν καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας του ἐγένετο «τιμητικὴ βράβευσις» τοῦ τέως Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Θεσσαλονίκης Παναγιώτου Ψωμιάδη, κατ' ἀπόφασιν, ὡς ἀνηγγέλθη, τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου Θεσσαλονίκης «γιὰ τὸ πολύπλευρο ἔργο του στὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος» καὶ προσεφέρθη εἰς τὸν τιμηθέντα ὡραία ἀργυρᾶ λήκυθος ἐντὸς ἐνεπιγράφου κιβωτιδίου .

 Ἀκολουθεῖ τὸ κείμενον τῆς ὁμιλίας : 

Ἀξιότιμοι Κύριε Νομάρχα, Κύριοι Δήμαρχοι καὶ ἄλλοι ἐκπρόσωποι τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ Πολιτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν,

Ἀγαπητοὶ Συμπολῖται,

Κυρίες καὶ Κύριοι,

Μὲ ἐπίγνωσιν τῆς δυσχερείας τοῦ ἐγχειρήματος ἀπεδέχθην τὴν τιμητικὴν πρότασιν τῆς Νομαρχίας τῆς γενετείρας μου Θεσσαλονίκης, νὰ εἶμαι ἐφέτος ὁ κύριος ὁμιλητὴς εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τιμῆς καὶ μνήμης διὰ τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον, ἐκδήλωσιν ποὺ μὲ τὴν ἀξιέπαινη πρωτοβουλία της γίνεται κάθε χρόνο εἰς αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπον.

Ἡ δυσχέρεια εἶναι αὐτονόητη ἐν ὄψει τῆς μεγαλωσύνης τοῦ θέματος. Πῶς νὰ ἰχνογραφηθῇ, ἔστω καὶ ἰσχνά, ἡ μεγαλύτερη προσωπικότης τῆς παγκοσμίου Ἱστορίας ; Διότι, ὅπως ὁ ἐπὶ τοῦ θέματος ἀνεπανάληπτος Γερμανὸς ἱστορικὸς Johan Gustav Droysen εἰς τὸ ἐκπληκτικὸν ἔργον του Ἱστορία τοῦ Ἑλληνισμοῦ (Geschichte des Hellenismus, ὑπάρχει καὶ ἑλληνικὴ μετάφρασις, πρώτη τοῦ 1899 ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Καθηγητοῦ Ἰωάννου Πανταζίδου εἰς τὴν σειρὰν τῆς Βιβλιοθήκης Μαρασλῆ, ἀλλὰ καὶ σύγχρονος, μετὰ συμπληρωμάτων, ὑπὸ τῶν Ρένου, Ἤρκου καὶ Στάντη Ἀποστολίδη τοῦ 1988), σημειώνει ἤδη ἀπὸ τῶν πρώτων γραμμῶν του, ἐξεικονίζων τὴν «κοσμοϊστορικήν», ὡς τὴν χαρακτηρίζει, δρᾶσιν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, κατὰ λέξιν «ἡ Ἱστορία δὲν κατέχει ἄλλο γεγονὸς τόσο καταπληκτικόνποτὲ ἄλλοτε, οὔτε πρὶν οὔτε μετά, λαὸς τόσον μικρὸς δὲν κατάφερε τόσον ραγδαῖα καὶ ὁλοκληρωτικὰ νὰ συντρίψῃ τὴν ὑπερδύναμιν τέτοιου γιγάντιου κράτους [τῶν Περσῶν] καὶ εἰς τὰ ἐρείπιά του νὰ θεμελιώσῃ νέες μορφὲς πολιτείας καὶ ζωῆς τῶν λαῶν »

Κυρίες καὶ Κύριοι, εἰς τὴν διαπίστωσιν αὐτὴν τοῦ σοφοῦ ἱστορικοῦ, ποὺ τυγχάνει καθολικῆς μέχρι σήμερον παραδοχῆς ἀπὸ ὅλους τοὺς σοβαροὺς ἐπιστήμονας, ἐνυπάρχουν δύο ἀλήθειες : ἡ πρώτη, ὅτι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ὑπῆρξεν, ὄχι βεβαίως ὁ πρῶτος, οὔτε καὶ ὁ μόνος, ἀλλὰ ἀναμφισβητήτως ὁ ἀπαράμιλλος ἐργάτης τῆς Πανελληνίου Ἰδέας.δευτέρα ἀλήθεια, ὅτι μὲ τὰ νάματα τῆς Ἰδέας ἀκριβῶς αὐτῆς καὶ ἀνεδείχθη εἰς ἀσύγκριτον ἐκπολιτιστὴν τῆς Οἰκουμένης.

Καὶ ἡ μὲν Πανελλήνιος Ἰδέα εἶχε φυσικὰ τοὺς προδρόμους της. Διότι ἀνέκαθεν ἐδέσποζε στὶς ψυχὲς τῶν Ἑλληνικῶν φύλων. Καὶ συνίστατο εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τῆς κοινῆς των καταγωγῆς καὶ τὴν πανεθνικὴν σύμπνοιαν καὶ ἀλληλεγγύην, ποικιλοτρόπως ἐκδηλουμένηνκυρίως εἴτε μὲ τὸν ἀπὸ κοινοῦ ἀγῶνα κατ' ἀλλοφύλων πρὸς ὑπεράσπισιν ἢ ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας Ἑλλήνων, ὅπως συνέβη π.χ. μὲ τὴν βοήθειαν Ἀθηνῶν καὶ Ἐρετρείας εἰς τὴν Ἰωνικὴν ἐπανάστασιν τῶν ἀρχῶν τοῦ 5ου π.Χ. αἰῶνος πρὸς ἀποτίναξιν τῆς Περσικῆς δουλείας, - μὲ τὰ κατὰ τοὺς Μηδικοὺς πολέμους συμβάντα - μὲ τὴν ἐπέμβασιν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 4ου π.Χ. αἰῶνος τῶν συμμάχων πόλεων τῆς Πελοποννησιακῆς συμμαχίας εἰς τὴν Ἀσίαν μὲ τὸν Ἀγησίλαον, κλπ., κλπ.∙ εἴτε μὲ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἐκστρατείαν πρὸς ἀνταπόδοσιν ὅσων κακῶν εἶχον Ἕλληνες ἰδίως ἀπὸ ξένους ὑποστῆ, ὅπως συνέβη μὲ τὴν πανελλήνιον ἐκστρατείαν κατὰ τῶν Τρώων, - κυρίως δὲ μὲ τὴν διὰ τῶν πανελληνίων συνεδρίων τῆς Κορίνθου ἀποφασισθεῖσαν ἐκστρατείαν ἐναντίον τῶν Περσῶν ὑπὸ τοὺς ἀναδειχθέντας ὡς στρατηγούς-αὐτοκράτορας ἀρχικῶς τὸν Φίλιππον Β΄ καὶ ἀκολούθως τὸν υἱόν του, τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον, ὑπὸ τοῦ τελευταίου τούτου καὶ καταλυτικῶς διὰ τὸ Περσικὸν κράτος πραγματοποιηθεῖσαν. Ἔτσι οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι ἔζησαν βεβαίως διῃρημένοι εἰς σειρὰν πόλεων αὐτοδιοικήτων μὲ ξεχωριστὴν τῆς κάθε μιᾶς πορείαν, καὶ αὐτὸ ὡς ἐκδήλωσις φιλελευθέρου πνεύματος, καὶ ἀπουσίαζεν ἡ πολιτική των, μὲ τὴν σημερινὴν ἔννοιαν, ἕνωσις, δηλαδὴ ἡ συσπείρωσίς των εἰς ἑνιαῖον κράτος, πλὴν ἡ ἐθνική των πορεία ἦτο κοινή, ἀφοῦ ἐνώπιον τοῦ ξένου κινδύνου καὶ διὰ τὸ κοινὸν καλόν, δηλαδὴ ὅπου κατ’ ἐξοχὴν ἐπεβάλλετο, ἦσαν ἡνωμένοι καὶ ἀδιάσπαστοι εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν καλόν.

Ὑπέροχον διατύπωσιν τῆς πανεθνικῆς αὐτῆς συμπνοίας εὑρίσκομεν κατὰ τοὺς Μηδικοὺς πολέμους εἰς τὴν ἀπόρριψιν ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων, δελεαστικῶν, συνοδευθεισῶν μὲ ἀπειλὰς διὰ τὴν περίπτωσιν μὴ ἀποδοχῆς των, προτάσεων συμμαχίας τοῦ Ξέρξου καὶ τὴν ταὐτόχρονον πρὸς ἀπεσταλμένους τῆς Σπάρτης, φοβηθείσης σύναψιν τοιαύτης συμμαχίας, μομφὴν «αἰσχρῶς γε οἴκατε ἐξεπιστάμενοι τὸ Ἀθηναίων φρόνημα ὀρρωδῆσαι», δηλαδὴ «ἐδείξατε μεγάλην μικροπρέπειαν φοβηθέντες τόσον, ἐνῷ γνωρίζετε καλῶς τὸ φρόνημα τῶν Ἀθηναίων» καὶ τὴν ὑπόμνησιν, ὅτι «τὸ Ἑλληνικόν, ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον, καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα, τῶν προδότας γενέσθαι Ἀθηναίους οὐκ ἂν εὖ ἔχοι», δηλαδὴ ὅτι «ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀπὸ τὸ ἴδιον αἷμα καὶ ὁμόγλωσσοι, ἔχουν κοινὰ ναοὺς καὶ ἀγάλματα θεῶν καὶ θυσίας καὶ ἤθη ὁμοιότροπα, τούτων δὲ νὰ γίνουν προδόται οἱ Ἀθηναῖοι ποτὲ δὲν εἶναι ὀρθόν», ὅπως ὅλα αὐτὰ ἱστοροῦνται ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτον (Ἱστοριῶν, βιβλίον VIII 144).

Εἰδικώτερον οἱ Μακεδόνες, ὡς γνησιώτατοι Ἕλληνες πρωτηγωνίσθησαν ὑπὲρ τῆς Πανελληνίου Ἰδέας. Μὲ ἐπίγνωσιν ἀκριβῶς τῆς ἀληθείας αὐτῆς καὶ ὁ ἱστορικὸς Πολύβιος, ποὺ γεννήθηκε περὶ τὸ 206 π.Χ., γράφει χαρακτηριστικῶς εἰς τὴν περίφημη Ἱστορία του (Θ, 35, 2-3) διὰ τοὺς Μακεδόνας : «τίνος καὶ πηλίκης δεῖ τιμῆς ἀξιοῦσθαι Μακεδόνας, οἳ τὸν πλείω τοῦ βίου χρόνον οὐ παύονται διαγωνιζόμενοι πρὸς τοὺς βαρβάρους ὑπὲρ τῆς τῶν Ἑλλήνων ἀσφαλείας ; ὅτι γὰρ ἀεὶ ποτ’ ἂν ἐν μεγάλοις κινδύνοις τὰ κατὰ τοὺς Ἕλληνας, εἰ μὴ Μακεδόνας εἴχομεν πρόφραγμα;». Δηλαδή, «ποίαν καὶ πόσον μεγάλην τιμὴν δικαιοῦνται οἱ Μακεδόνες, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ περισσότερον διάστημα τῆς ζωῆς των δὲν παύουν νὰ ἀγωνίζωνται κατὰ τῶν βαρβάρων ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τῶν Ἑλλήνων ; Διότι ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι πάντοτε θὰ ἐκινδύνευον οἱ Ἕλληνες τὰ μέγιστα, ἂν δὲν εἶχον προπύργιον τοὺς Μακεδόνας ; ».

Πράγματι, ἤδη τὸ 479 π.Χ., ὅταν οἱ Πέρσαι, διερχόμενοι μὲ τεράστιον στράτευμα κατέκλυσαν καὶ τὴν Μακεδονίαν καὶ διὰ τῆς βίας ἐπεστράτευσαν τοὺς Μακεδόνας μὲ τὸν βασιλέα των Ἀλέξανδρον, τὸν υἱὸν τοῦ Ἀμύντου, καὶ ἐξεστράτευσαν κατὰ τῆς λοιπῆς, νοτίου, Ἑλλάδος, ὅπως διηγεῖται ὁ Ἡρόδοτος (Ἱστορίαι, βιβλίον ΙΧ,45) καὶ ἐπαναλαμβάνει ὁ Πλούταρχος (Βίοι παράλληλοι, Ἀριστείδης, 15-16), κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς μάχης τῶν Πλαταιῶν τὰ μεσάνυκτα ὁ ἐν λόγῳ Ἀλέξανδρος κατέφυγε κρυφὰ εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Ἑλλήνων καὶ ἐζήτησε νὰ ‘δῇ τὸν στρατηγὸν τῶν Ἀθηναίων Ἀριστείδην (τὸν γνωστὸν δίκαιον Ἀριστείδην), πρὸς τὸν ὁποῖον, καταδίδων ὅτι τὴν αὐγὴν ἐπρόκειτο νὰ τοὺς ἐπιτεθοῦν οἱ Πέρσαι, διὰ νὰ γίνῃ πιστευτὸς ἐτόνισε : «οὐ γὰρ ἂν ἔλεγον, εί μὴ μεγάλως ἐκηδόμην συναπάσης τῆς Ἑλλάδος. Αὐτός τε γὰρ Ἕλλην γένος εἰμὶ τὠρχαῖον καὶ ἀντ' ἐλευθέρης δεδουλωμένην οὐκ ἂν ἐθέλοιμι ὁρᾶν τὴν Ἑλλάδα... Εἰμὶ δὲ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδών», δηλαδὴ «δὲν θὰ ἔλεγα αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐὰν δὲν ἐφρόντιζα πάρα πολὺ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα. Διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι Ἕλλην ἀπὸ ἀρχαία γενιὰ καὶ δὲν θὰ ἤθελα νὰ βλέπω ἀντὶ ἐλεύθερη ὑποδουλωμένη τὴν Ἑλλάδα... Εἶμαι ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδών». Δηλαδὴ ἀκόμη καὶ ὑπόδουλοι οἱ Μακεδόνες καὶ διεκήρυσσαν τὴν ἑλληνικότητά των καὶ μεριμνοῦσαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν Ἑλλήνων.

Ἐν ὄψει ἀκριβῶς τοιούτου πανελληνίου φρονήματος τῶν Μακεδόνων καὶ ἔγραφεν ὁ Ἰσοκράτης πρὸς τὸν βασιλέα των Φίλιππον, τὸν πατέρα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, συμβουλεύων αὐτὸν «προστῆναι τῆς τε τῶν Ἑλλήνων ὁμονοίας καὶ τῆς ἐπὶ τοὺς βαρβάρους στρατείας» (Φίλιππος V, 16), δηλαδὴ νὰ ἡγηθῇ εἰς τὴν πανεθνικὴν συσπείρωσιν καὶ τὴν ἐκστρατείαν τῶν Ἑλλήνων ἐναντίον τῶν βαρβάρων. Ἔτσι καὶ κατεστάθη ὁ Φίλιππος δι’ ἀποφάσεως τοῦ συνεδρίου τῆς Κορίνθου (338-337 π.Χ.) στρατηγὸς-αὐτοκράτωρ τῶν Ἑλλήνων διὰ τὴν κατὰ τῶν Περσῶν ἐκστρατείαν των, τὴν ὁποίαν ἤρχισε μὲν μὲ τὴν προαποστολὴν στρατεύματος ἐκ 10.000 περίπου ἀνδρῶν, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τῶν στρατηγῶν του Παρμενίωνος καὶ Ἀττάλου, εἰς τὴν Ἀσίαν, πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν ἐκεῖ ἑλληνικῶν πόλεων, ἀλλὰ δὲν ἐπρόλαβεν αὐτός, λόγῳ τῆς δολοφονίας του, νὰ πραγματοποιήσῃ.

Ὅμως ἀκολούθως τὸν αὐτὸν τίτλον τοῦ στρατηγοῦ-αὐτοκράτορος διὰ νέας ἀποφάσεως τοῦ συνεδρίου τῆς Κορίνθου, τοῦ θέρους τοῦ 336 π.Χ., ἀπέκτησε καὶ τὸ ἴδιον ἔργον ἀνέλαβεν εὐθὺς ὁ, υἱὸς καὶ διάδοχος τοῦ Φιλίππου, Ἀλέξανδρος. Ὁ ὁποῖος καὶ τὸ ἐπετέλεσε ταχύτατα καὶ κατὰ τόσον θαυμαστὸν τρόπον, μὲ ὁλοκληρωτικὴν διάλυσιν τοῦ ἀπεράντου καὶ πανισχύρου Περσικοῦ κράτους, ἀναδειχθεὶς εἰς κράτιστον, μοναδικὸν ἀνὰ τὰς χιλιετηρίδας πρωταθλητὴν τῆς Πανελληνίου Ἰδέας.

Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι, ὅπως ἱστορεῖ ὁ Ἀρριανός (Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις, βιβλίον Α΄, 16),  ὁ Ἀλέξανδρος, μετὰ τὴν πρώτην νίκην του κατὰ τῶν Περσῶν παρὰ τὸν Γρανικὸν ποταμόν, ἔστειλεν ἀπὸ τὰ ἐχθρικὰ λάφυρα τριακοσίας περσικὰς πανοπλίας εἰς τὰς Ἀθήνας, ὡς ἀφιέρωμα εἰς τὴν θεὰν Ἀθηνᾶν, μὲ τὴν παραγγελίαν νὰ γραφῇ τὸ ἐπίγραμμα «Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν βαρβάρων τῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων». Τὸ ἐπίγραμμα μαρτυρεῖ τὴν συγκλονιστικὴν μεγαλωσύνην τοῦ στρατηλάτου. Ἡ ἐκστρατεία κατὰ τῶν Περσῶν εἶχε μὲν συναποφασισθῆ κατὰ τὸ συνέδριον τῆς Κορίνθου ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν πόλεων, ἀλλὰ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, σεβόμενος ἀπολύτως τὴν αὐτονομίαν των, ἀποκαταστήσας μάλιστα τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα εἰς ὅσας ἐξ αὐτῶν τὸ ἐστεροῦντο, ἀρκεσθεὶς εἰς ἐθελουσίαν μόνον συμμετοχήν, δὲν τὰς ἐπειθανάγκασε πρὸς τοῦτο. Ἔτσι οἱ Λακεδαιμόνιοι ρητῶς ἠρνήθησαν τὴν συμμετοχήν, ἐκ δὲ τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων κυρίως οἱ Θεσσαλοὶ  ἱππεῖς μετέσχον, ἄλλοι δὲ Ἕλληνες μόνον σποραδικῶς. Ὥστε τὸ κυριώτατον σῶμα τῶν ἐκστρατευσάντων ἀπετέλουν οἱ Μακεδόνες (30.000 πεζοὶ καὶ 5.000 ἱππεῖς μετὰ 1.500 Θεσσαλῶν, ἔναντι μόνον 7.000 πεζῶν καὶ 600 ἱππέων ἀπὸ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, κυρίως τὸ Ἄργος, τὴν Ἀχαΐαν καὶ τὴν κεντρικὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ Κρητῶν, καὶ 1000 τοξοτῶν Ἀγριάνων [τῶν σημερινῶν Πομάκων], κλπ.). Θὰ ἐδικαιοῦτο, ἑπομένως, ὁ Ἀλέξανδρος καὶ τὰ λάφυρα τῆς νίκης νὰ ἀποστείλῃ  εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Μακεδονίας καὶ νὰ ἐξειδικεύσῃ τὸ ἐπίγραμμα εἰς μνήμην τῶν, κυρίων συντελεστῶν τῆς νίκης, Μακεδόνων. Ὅμως ἀκριβῶς, ὡς γνήσιος Ἕλλην, διακαιόμενος ὑπὸ τῆς Πανελληνίου Ἰδέας, προετίμησε τὴν γενικωτέραν ὀνομασίαν «Ἑλληνες», συμπεριλαμβάνουσαν βεβαίως τοὺς «Μακεδόνας», ὡς Ἕλληνας καὶ αὐτούς, καίτοι μὴ φανερώνουσαν ἐν προκειμένῳ τὴν κυρίαν τούτων συμβολὴν εἰς τὴν νίκην. Καὶ ἀκόμη, μὲ τὴν ἀποστολὴν τῶν λαφύρων ὄχι εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδος Μακεδονίας, ἀλλὰ εἰς Ἀθήνας, παραμερίζων τοπικιστικὰς ἀντιλήψεις, κατέδειξεν αὐτὰς ὡς κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διὰ τὸν λόγον ἄλλωστε αὐτὸν, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Πλούταρχος (Βίοι παράλληλοι, Ἀλέξανδρος 13.2, Φωκίων 17.5), ὑπὸ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς διακατεχόμενος ὁ Ἀλέξανδρος, κατὰ τὴν πρὸς Ἀθήνας κάθοδόν του πρὸς ἑδραίωσιν τῆς, ἐκ τῆς ἐκλείψεως τοῦ Φιλίππου, πρὸς στιγμὴν κλονισθείσης Μακεδονικῆς κυριαρχίας, μετὰ τὴν καταστροφὴν τῶν Θηβῶν, ποὺ εἶχον ἐνεργῶς ἀντιταχθῆ εἰς αὐτήν, εἶχε σεβασθῆ τὰς Ἀθήνας, εἶχε μάλιστα διαμηνύσει πρὸς τοὺς Ἀθηναίους, διὰ τοῦ συνετοῦ στρατηγοῦ των Φωκίωνος, ὅτι εἰς αὐτοὺς ἀπέβλεπεν ὡς διαδόχους του εἰς τὴν ἡγεμονίαν τῶν Ἑλλήνων, ἂν κατὰ τὴν ἐκστρατείαν εἰς Ἀσίαν συνέβαινε κάτι εἰς τὸν ἴδιον.

Ἀλλὰ τὴν πανελλήνιον Ἰδέαν διετύπωσεν ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος προσωπικῶς ὁ ἴδιος καὶ εἰς ἐπιστολήν του πρὸς τὸν μέγαν ἀντίπαλόν του, τὸν Δαρεῖον, ὅταν αὐτός, μετὰ τὴν ἧτταν του κατὰ τὴν μάχην τῆς Ἰσσοῦ καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν τῆς οἰκογενείας του (μητρός, γυναικὸς καὶ τέκνων), ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρον τὴν ἀπελευθέρωσίν της, προτείνων συνδιαλλαγὴν καὶ συμμαχίαν. Ὁ Ἀλέξανδρος εἰς τὴν ἀπάντησίν του, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει Ἀρριανός (Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις, 14), ἀρχίζει μὲ τὴν ὑπόμνησιν «Οἱ ὑμέτεροι πρόγονοι ἐλθόντες εἰς Μακεδονίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα κακῶς ἐποίησαν ἡμᾶς οὐδὲν προηδικημένοιἐγὼ δὲ τῶν Ἑλλήνων ἡγεμὼν κατασταθεὶς καὶ τιμωρήσασθαι βουλόμενος Πέρσας διέβην ἐς τὴν Ἀσίαν, ὑπαρξάντων ὑμῶν», δηλαδή, «οἱ πρόγονοί σου εἰσέβαλαν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν ὑπόλοιπον Ἑλλάδα καὶ μᾶς ἐπροξένησαν καταστροφάς, χωρὶς ἐμεῖς νὰ τοὺς ἔχουμε κάνει προηγουμένως κανένα κακόἐγὼ δὲ γενόμενος ἀρχηγὸς τῶν Ἑλλήνων, εἰσέβαλα εἰς τὴν Ἀσίαν, θέλοντας νὰ τιμωρήσω τοὺς Πέρσας, ἀφοῦ σεῖς πρῶτοι ἀρχίσατε τὰς ἐχθροπραξίας». Διαλαλεῖ ἔτσι ἀνὰ τοὺς αἰῶνας καὶ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, μὲ τὴν φράσιν του «εἰς Μακεδονίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα», ὅτι καὶ ἡ Μακεδονία Ἑλλὰς εἶναι καὶ οἱ Μακεδόνες μόνον Ἕλληνες εἶναι.

Ἡ Πανελλήνιος Ἰδέα προϋπέθετε καὶ τὴν ἑλληνικὴν παιδείαν. Ἀπὸ τὰ διδάγματα τῆς ὁποίας ἦτο βαθύτατα διαποτισμένος καὶ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, χάρις εἰς τὸν μέγαν διδάσκαλόν του, τὸν ἀπὸ τὰ Στάγιρα τῆς Χαλκιδικῆς καταγόμενον, τὸν πανεπιστήμονα Ἀριστοτέλην. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀσφαλῶς θὰ ἦτο καὶ τὸ ὑπέροχον δίδαγμα τοῦ Δημοκρίτου (περίπου 460-370 π.Χ.) «Ἀνδρὶ σοφῷ πᾶσα γῆ βατή∙ ψυχῆς δὲ ἀγαθῆς πατρὶς ὁ ξύμπας κόσμος» (ἀπόσπασμα 247 Diels). Ἄλλωστε ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Σωκράτους ἤρχισε νὰ ἐπικρατῇ μαζὶ μὲ τὸ σημαινόμενον καὶ τὸ ὄνομα «κόσμου πολίτης» (δηλαδὴ κοσμοπολίτης) καὶ «κόσμιος» (δηλαδὴ τοῦ ὅλου κόσμου). Ἔτσι ἐξηγεῖται, μὲ τὴν ἐγκαταβίωσιν εἰς τοιαύτην πνευματικὴν ἀτμόσφαιραν, τὸ φιλάδελφον καὶ φιλάνθρωπον πνεῦμα, ἡ ἀληθινὴ κοσμοπολιτικὴ συμπεριφορά, τὴν ὁποίαν διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος ἐπέδειξεν ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ὄχι μόνον ἔναντι τῶν ίδίων συμμάχων, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ὑποταχθέντων λαῶν τῶν ἀπεράντων, μέχρι τοῦ Ἴστρου (Δουνάβεως) καὶ τῆς Κασπίας πρὸς βορρᾶν, τῆς Ἰνδικῆς πρὸς ἀνατολὰς καὶ τῆς Αἰγύπτου καὶ Αἰθιοπίας πρὸς νότον, κατακτήσεών του. Τῶν ὁποίων λαῶν ἐσεβάσθη ἀπολύτως τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ τοὺς ὁποίους ὄχι μόνον οὐδέποτε μετεχειρίσθη ὡς σκλάβους, ἀλλὰ ἄφισε καὶ νὰ αὐτοδιοικοῦνται. Χαρακτηριστικῶς, τὴν αἰχμαλωτισθεῖσαν οἰκογένειαν τοῦ ἀντιπάλου του Δαρείου (μητέρα, σύζυγον καὶ τέκνα) ἀπεράντως ἐσεβάσθη, τῶν δὲ Περσῶν δολοφόνων του ἐπέβαλε τὴν θανάτωσιν. Ἐν ὄψει τοιαύτης πρωτοφανοῦς συμπεριφορᾶς καὶ ὁ περιώνυμος γάλλος πολιτειολόγος Montesquieu εἰς τὸ ἐκδοθὲν τὸ 1748 περισπούδαστον ἔργον του De l' Ėsprit des lois ( Περὶ τοῦ πνεύματος τῶν νόμων)(βιβλίον X, κεφάλαιον XIV «Ἀλέξανδρος») ἀναφωνεῖ : «Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ κατακτητής, ποὺ τὸν ἔκλαυσαν ὅλοι οἱ λαοί, τοὺς ὁποίους εἶχε καθυποτάξει ; Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ σφετεριστής, διὰ τὸν θάνατον τοῦ ὁποίου ἡ οἰκογένεια τῆς ἐχούσης ἀνατραπῆ ἀπὸ αὐτὸν δυναστείας χύνει τὰ δάκρυά της ; Εἶναι τὸ χαρακτήρισμα αὐτῆς τῆς ζωῆς, περὶ τοῦ ὁποίου οἱ ἱστορικοὶ δὲν μᾶς λέγουν, ὅτι οἱοσδήποτε ἄλλος κατακτητὴς θὰ ἠδύνατο νὰ καυχηθῇ». Καὶ ἐπιλέγει ὁ γάλλος διανοητὴς διὰ τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον : «Διέπραξε δύο κακὰς πράξεις, τὸν ἐμπρησμὸν τῆς Περσεπόλεως καὶ τὴν θανάτωσιν τοῦ Κλείτου. Ἀλλὰ τὰς κατέστησε περιωνύμους μὲ τὴν μετάνοιάν του : εἰς τρόπον ὥστε ὁ κόσμος ἐλησμόνησε τὰς ἐγκληματικάς του πράξεις, διὰ νὰ ἐνθυμεῖται τὸν σεβασμόν του πρὸς τὴν ἀρετήνὥστε ἐθεωρήθησαν μᾶλλον ὡς δυστυχήματα παρὰ ὡς ἴδιαι αὐτοῦ πράξειςὥστε ἡ ὑστεροφημία εὑρίσκει τὴν ὡραιότητα τῆς ψυχῆς του σχεδὸν παραπλεύρως τῶν παραφορῶν καὶ τῶν ἀδυναμιῶν τουὥστε ἔπρεπε νὰ παραπονεῖται, ἀλλὰ δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ τὸν μισήσῃ».

Καὶ πέρα ὅμως αὐτῶν τὸ ἔργον τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου ἐξαίρεται σπουδαίως μὲ τὰς ἐπιστημονικὰς καὶ γεωγραφικὰς γνώσεις, μὲ τὰς ὁποίας ἐπλουτίσθησαν οἱ ἐπιστήμονες οἱ ἀκολουθήσαντες αὐτὸν μέχρις  Ἰνδιῶν. Εἰς τοὺς σταθμούς, ποὺ ἐσημείωσαν οἱ βηματισταὶ μὲ τὴν μέτρησιν τῶν διανυομένων ἀποστάσεων ἐστηρίχθησαν αἱ πολύτιμοι ἔρευναι τοῦ Ἐρατοσθένους, ἐνῷ αἱ μεταλλειολογικαὶ ἔρευναι εἰς τὰ ὄρη τῶν Ἰνδιῶν, ὅπου ὑπῆρχον κοιτάσματα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, ὁ ἐγκλιματισμὸς μεσογειακῶν φυτῶν εἰς τὴν Βαβυλῶνα, ἡ κατὰ τὸ 332 π.Χ., ὅταν ὁ ‘Αλέξανδρος εὑρίσκετο εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀποστολὴ καὶ διαπίστωσις τῶν αἰτίων τῶν πλημμυρίδων τοῦ Νείλου, ὡς ὀφειλομένων εἰς τὰς τοπικὰς καταρρακτώδεις βροχὰς τῆς Ἀβησσυνίας, καὶ ἄλλα πολλὰ μαρτυροῦν τὴν πολυμέρειαν τοῦ πνεύματος, ποὺ κατηύθυνε τὴν ἐκστρατείαν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου.

Ὑπεράνω ὅλων ὅμως ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ὑπῆρξε κυρίως ὁ ἀσύγκριτος ἐκπολιτιστὴς τῆς οἰκουμένης. Καὶ αὐτὸ συνετελέσθη μὲ τὴν ἵδρυσιν ἀναριθμήτων πόλεων Ἑλληνικῶν μέχρις Ἰνδιῶν, αἱ ὁποῖαι ὡς φάροι ἐκπολιτισμοῦ, διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου, διέσπειραν τὸν Ἑλληνικὸν πολιτισμὸν μέχρι τὰ βάθη τῆς Ἀσίας. Ὁ Πλούταρχος ἀναβιβάζει εἰς ἑβδομήκοντα (70) τὰς πόλεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ὠνομάσθησαν Ἀλεξάνδρειαι, ἀπὸ αὐτῆς εἰς τὴν Αἴγυπτον μέχρι τῆς Ἀλεξανδρείας τῆς ἐσχάτης εἰς τὸν Ἰαξάρτην. Βεβαίως ὁ Ἑλληνισμὸς προϋπῆρχε, ἐκ τῶν κατακτηθεισῶν περιοχῶν κυρίως εἰς Μικρὰν Ἀσίαν, τὰς ἀκτὰς τοῦ Εὐξείνου πόντου, τὴν Συρίαν, τὴν Αἴγυπτον, κλπ., πλὴν εἰς μικροτέραν κλίμακα, ἐνῷ διὰ τοῦ Μεγάλου ‘Αλεξάνδρου συνετελέσθη ὁ, δικαίως χαρακτηρισθείς, τρίτος ἑλληνικὸς ἀποικισμός. Ἔτσι διεδόθη παντοῦ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ κατέστη κοινὴ εἰς ὅλους τοὺς λαούς, ὡς γλῶσσα τῆς διοικήσεως, γλῶσσα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συναλλαγῶν, καθομιλουμένη. Καὶ ἐπετεύχθη ὁ οὐσιαστικὸς ἐξελληνισμὸς σχεδὸν ὁλοκλήρου τῆς οἰκουμένης. Τὸ γεγονὸς ἀπέκτησε μοναδικὴν κοσμοϊστορικὴν σημασίαν, ἀφοῦ διεχύθησαν ἔτσι παντοῦ ὁ ἀνυπέρβλητος ἑλληνικὸς πολιτισμὸς καὶ ἡ ἀδιατίμητος ἑλληνική μας γλῶσσα. Εἰς τρόπον ὥστε, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ Χριστιανισμός, νὰ εὕρῃ θεσπέσιον ὄργανον τῆς ἐξαπλώσεώς του τὴν γλῶσσαν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγράφησαν τὰ εὐαγγέλια, πλὴν ἑνός, καὶ τὰ κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἐχόντων ὑπὸ τὰ νάματα τῆς ἑλληνικῆς παιδείας καὶ φιλοσοφίας (στωϊκῶν, κλπ.) γαλουχηθῆ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ παραμείνῃ μικρὰ ἰουδαϊκὴ αἵρεσις εἰς μίαν γωνίαν τῆς Παλαιστίνης, ἀλλὰ νὰ σημειώσῃ τὴν θαυμαστὴν  παγκόσμιον ἀκτινοβολίαν καὶ διάδοσιν. Ἡ τραγικότης τῆς Ἱστορίας συνίσταται ὅμως εἰς τὴν πικρὰν ἀλήθειαν, ὅτι τὰ ἀνωτέρω συνετελέσθησαν μὲ βαρύτατον ἑλληνικὸν τίμημα. Διότι, μετὰ τὴν κατάλυσιν τοῦ Περσικοῦ κράτους ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἡ περαιτέρω πορεία του καὶ προέλασις μέχρι τῶν Ἰνδιῶν δὲν εἶχε λόγον. Ὅπως ὁ ἀείμνηστος Καθηγητὴς καὶ Ἀκαδημαϊκὸς Κωνσταντῖνος Ἄμαντος εἰς τὸ ὕστατον, τὸ ἐκδοθὲν μεταθανατίως (τὸ 1977), εὐσύνοπτον λαμπρὸν ἔργον του «Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τοῦ 1071 μ.Χ.» (σελ. 95), κατὰ λέξιν τονίζει, ἡ πορεία αὐτὴ «ἐσκόρπισε μόνον Ἑλληνισμὸν εἰς τὰς στέππας τοῦ Τουρκεστὰν καὶ τὸ δύσκολον κλῖμα τῶν Ἰνδιῶν, ὁ ὁποῖος πολὺ γρήγορα ἐχάθη. Δυστυχῶς καὶ ὁ Ἑλληνισμὀς, ποὺ ἦλθεν ἀργότερα εἰς τὸ κράτος τῶν Σελευκιδῶν καὶ τῶν Πτολεμαίων, ἐχάθη γρήγορα, διότι τὰς πόλεις ὅπου ἔμεναν οὗτοι ἐπλημμύρισαν ἰθαγενεῖς Σημῖται τῆς Συρίας». Καὶ ἐπιλέγει ὁ σοφὸς ἱστορικός : « Ὁ Ἑλληνισμὸς αὐτὸς ἐχάθη, ἀλλ' ἡ ἐπίδρασις τοῦ πολιτισμοῦ ὑπῆρξε πάντοτε καταπληκτική. Δι' αὐτὸ ἐλέχθη, ὅτι χωρὶς τὸν Ἀλέξανδρον δὲν νοεῖται οὔτε Χριστιανισμός, οὔτε Ρωμαϊκόν, οὔτε Βυζαντινὸν Κράτος, οὔτε κἂν ἰσλαμικὴ τέχνη. Ὅλα αὐτὰ προητοιμάσθησαν ἀπὸ τὴν ἐξάπλωσιν καὶ τὸν πολιτισμὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ».

Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ μέγα ἔργον τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Τὸ έπετέλεσε μέσα σὲ δώδεκα μόλις χρόνια, νεαρώτατος, πρὸ τῆς συμπληρώσεως κἂν τοῦ 33ου ἔτους τῆς ἡλικίας του, ὁπότε καὶ ἀπεβίωσε (τὴν 28ην Μακεδονικοῦ μηνὸς Δαισίου, ἤτοι 13ην Ἰουνίου, ἔτους 323 π.Χ.). Ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐσφράγισεν ἀμέσως ἕξη αἰῶνας Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, αὐτῆς τῶν λεγομένων Ἑλληνιστικῶν χρόνων, τῆς περιόδου δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 3ου π.Χ. μέχρι τοῦ 3ου μ.Χ. αἰῶνος, καὶ ἐπηρέασε βαθύτατα τὴν παγκόσμιον Ἱστορίαν.

Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἐνδοξοτέραν περίοδον ποικιλώνυμοι ἐπίβουλοι ἐπιχειροῦν νὰ ἀποκόψουν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικήν μας Ἱστορίαν. Ἔτσι καὶ κατὰ τὰς ὄχι χαρωπὰς ἡμέρας μας, κατὰ τὰς ὁποίας εἰς τὸν ὁρίζοντα προβάλλει ἡ ροδαυγὴ ἑνὸς νέου Μεσαίωνος, σχεδὸν ὅλα τὰ ἀνωτέρω λησμονοῦνται. Ὄχι βεβαίως ἀπὸ τοὺς ἐντίμους ἐπιστήμονας. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀχρειότητα πολιτικῆς πρακτικῆς ἰσχυρῶν παραγόντων τῆς διεθνοῦς σκηνῆς. Καταχθόνιοι πολιτικαὶ σκοπιμότητες καὶ ἰδιοτελεῖς συσχετισμοὶ ἐδημιούργησαν ἐκ τοῦ μηδενὸς τὸ λεγόμενον «Μακεδονικὸν ζήτημα», μὲ ἀμφισβήτησιν τῆς ἑλληνικότητος τῆς Μακεδονίας καὶ τῶν Μακεδόνων. Κατ’ ἀρχάς, κατὰ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος, ὡς ὄψιν τοῦ ἀνατολικοῦ λεγομένου ζητήματος, δηλαδὴ τοῦ προβλήματος διανομῆς τῆς ὑπὸ κατάρρευσιν Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, μὲ προβολὴν βουλγαρικῶν διεκδικήσεων, καὶ αὐτὸ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ πανσλαβιστικοῦ ὀνείρου καθόδου εἰς τὸ Αἰγαῖον διὰ τῆς Βουλγαρίας μὲ διαρπαγὴν τῶν Μακεδονικῶν ἐδαφῶν. Ἀκολούθως, μὲ τὸ πρόγραμμα αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας, χρησιμοποιηθὲν ὑπὸ τῆς σταλινικῆς πολιτικῆς, ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ μεσοπολέμου, πρὸς τὸν ἴδιον καὶ πάλιν σκοπόν, τῆς σοβιετικῆς πλέον ἐπεκτάσεως μέχρι καὶ τοῦ Αἰγαίου. Τώρα δὲ τὰ φληναφήματα περὶ Μακεδονίας καὶ Μακεδόνων, ὡς δῆθεν ξεχωριστῆς ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἐθνότητος, συνεχίζονται, κατὰ τὸ σοβιετικὸν πρότυπον, δυστυχῶς ὄχι μόνον ἀπὸ θρηνητικῶς ἀνισχύρους καὶ ἐξαλλαγμένους σταλινικοὺς ἐπιγόνους. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐξωβαλκανικὰς δυνάμεις, ποὺ διαγκωνίζονται, νὰ εὕρουν ὑπηρέτας καὶ νὰ δημιουργήσουν προγεφυρώματα καὶ προτεκτοράτα εἰς τὴν Βαλκανικήν, ἡ κάθε μιὰ πρὸς ἴδιον συμφέρον καὶ εἰς τὸ πλαίσιον γενικωτέρων ἐπιδιώξεών των εἰς αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρυτέραν περιοχήν. Καὶ μάλιστα πράττουσαι τώρα αἱ ξέναι αὐταὶ δυνάμεις ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα πρὸς ὅσα κατὰ τὸ παρελθὸν αἱ ἴδιαι σταθερῶς ὑπεστήριζαν καὶ ἔπρατταν ὅπως π.χ. αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς, αἱ ὁποῖαι : ἄλλοτε, διὰ δηλώσεως τῆς 26ης Δεκεμβρίου 1944 τοῦ τότε Ὑπουργοῦ των τῶν Ἐξωτερικῶν Edward Stettinius   εἶχον διακηρύξει κατὰ λέξιν, ὅτι «ἡ κυβέρνησις τῶν Η.Π.Α. θεωρεῖ, ὅτι συζήτησις περὶ «Μακεδονικοῦ ἔθνους, Μακεδονικῆς πατρίδος καὶ Μακεδονικῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως» ἰσοῦται μὲ δημαγωγίαν, ποὺ δὲν ὑποκρύπτει ἐθνικὴν ἢ πολιτικὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ ὑποκρύπτει ἐπεκτατικὲς διαθέσεις κατὰ τῆς Ἑλλάδος», ἀλλὰ καὶ ἀκολούθως, ὅταν κατὰ τὴν περίοδον 1946-1949 ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη ἔνοπλον κομμουνιστικὴν ἐπίθεσιν, ἀπὸ τοὺς βορείους γείτονάς της ὀργανωθεῖσαν καὶ  κατευθυνομένην, ὅπως Ἐπιτροπὴ ἐρεύνης τοῦ Ο.Η.Ε. ἐπιτοπίως ἀσχοληθεῖσα ἐπισήμως διεπίστωσε, αἱ αὐταὶ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι μᾶς εἶχον ἐνεργῶς βοηθήσει οἰκονομικῶς καὶ διὰ στρατιωτικοῦ ὑλικοῦ διὰ νὰ ματαιώσωμεν τὸν ἐπιδιωκόμενον ἐδαφικὸν καὶ ἐθνικόν μας ἀκρωτηριασμόν ἐνῷ τώρα, αἱ αὐταὶ Η.Π.Α., πρὸς αἰωνίαν καταισχύνην των ἐνώπιον τῆς Ἱστορίας, ὑποστηρίζουν παντοιοτρόπως τὸ θνησιγενὲς κρατικὸν μόρφωμα τῶν Σκοπίων, μὴ διστάζουσαι καὶ εἰς συναλλαγὰς μετ’ αὐτοῦ ὑπὸ τὸ κλοπιμαῖον ἑλληνικὸν ὄνομα τῆς «Μακεδονίας» νὰ προέρχωνται ! Ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς μεγάλους καὶ ἰσχυροὺς ἔστι δίκης ὀφθαλμός, ὃς τὰ πάνθ' ὁρᾷ ! ... Κατὰ κανόνα, χωρὶς ἐξαίρεσιν ...

Μέγας Ἀλέξανδρος καὶ οἱ Μακεδόνες του, αὐτοὶ ποὺ ὑπῆρξαν οἱ κύριοι συντελεσταὶ τῶν ἀπεράντων κατακτήσεών του, δὲν θὰ διεκήρυσσαν, ὅτι εἶναι Ἕλληνες, καὶ δὲν θὰ ἐνεφύτευαν εἰς αὐτὰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ τὸν ἑλληνικὸν πολιτισμόν, ἐὰν δὲν ἦσαν ὄντως Ἕλληνες καὶ δὲν ἠσθάνοντο ἑαυτοὺς Ἕλληνας.

Καὶ ὁ Στράβων, δυόμισυ αἰῶνες μετά, εἰς τὰ Γεωγραφικά του (VII,9) ἐσημείωσεν «ἔστι μὲν οὖν Ἑλλὰς καὶ ἡ Μακεδονία», ὅτι δηλαδή, «εἶναι λοιπὸν Ἑλλὰς καὶ ἡ Μακεδονία». Καὶ αὐτὸ τὸ κατέγραψεν, ἐνῷ θὰ ἠμποροῦσε καὶ νὰ τὸ λησμονήσῃ, ἀφοῦ τότε ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς μὲ τὴν Μακεδονίαν της διετελοῦσεν ἐπὶ ἑνάμισυ καὶ πλέον ἤδη αἰῶνες ὑπὸ ρωμαϊκὴν κατάκτησιν.

Καὶ δὲν τὸ ἐλησμόνησεν ἀπὸ διανοητικὴν ἐντιμότητα ἔχων ἐπίγνωσιν, ὅτι οἱ ἱστορικὲς ἀλήθειες παραμένουν ἐσαεί, δὲν λησμονοῦνται. Καὶ αὐτὴν τὴν μνήμην μεγαλειωδῶς ἐξέφρασαν πρὸ ὀλίγων χρόνων καὶ τὰ ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων, ποὺ αὐθορμήτως ἐξεχύθησαν εἰς τοὺς δρόμους, καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα μας, πρὸ παντὸς εἰς τὴν Μακεδονίαν μας, καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅπου ἀνθεῖ Ἑλληνισμός, διὰ νὰ διατρανώσουν τὴν καθολικὴν ἀντίθεσιν εἰς τὴν οἰκειοποίησιν ἀπὸ ξένους, ἐν προκειμένῳ Σλάβους, ποὺ πρωτοενεφανίσθησαν εἰς τὴν Βαλκανικὴν μόλις κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 7ου μ.Χ. αἰῶνος, τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας τῆς Μακεδονίας μὲ πρωτόγνωρη εἰς τὰ παγκόσμια χρονικὰ πλαστογράφησίν της. Καὶ ἂς ὑπῆρξαν ἀργυρώνητοι ἢ ἁπλῶς ἀνερμάτιστοι μηδίζοντες καὶ συνθηκολόγοι, βεβαίως ἐλάχιστοι πλὴν μανιωδῶς θορυβοῦντες, ἢ ἔστω μερικοὶ ταγοί μας, διακηρύσσοντες ὅτι «τὸ ὄνομα θὰ τὸ ξεχάσουμε μέσα σὲ δέκα χρόνια» ! ...

ΟΧΙ ! Ἡ Ἱστορία καὶ ἡ ἀλήθεια δὲν ξεχνοῦν. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες, πρὸ παντὸς ἐμεῖς οἱ Μακεδόνες δὲν θὰ ξεχάσουμε ποτὲ τὰ ζώπυρα τῆς ψυχῆς μας. Ἡ Μακεδονία εἶναι καὶ θὰ παραμείνῃ Ἑλληνική.

Μᾶς τὸ ὑπενθυμίζει τὸ εὐγενέστερον ἀνὰ τοὺς αἰῶνας τέκνον τῆς Οἰκουμένης, ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος.-

 

Χρῆστος Α.Σαρτζετάκης